ετσά

(Μ ἐτσά)
επίρρ.
1. (τροπ.) έτσι
2. (αντί για αντων.) τέτοιος
3. (μαζί με το και ως χρονικοαιτιολ. σύνδ.) αφού, επειδή, μια και («ετσά και τό θυμήθηκα» — μια και, επειδή τό θυμήθηκα, Πανώρ.)
4. (ως χρονικοϋποθ. σύνδ.) μόλις, αν («ετσά 'ρθει το παράξενον, θέλουν χαρεί οι εχθροί σου», Σαχλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετσιδά].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Sprachvergleich anhand des Vaterunsers — Vergleich der Vaterunser Texte in Sanskrit und Kaschmirisch, um 1850 Das „Vaterunser“ wird in der vergleichenden Sprachwissenschaft gelegentlich zu Hilfe gezogen, um verwandte Idiome miteinander zu vergleichen. Inhaltsverzeichnis …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.